Τὸ ἄλογο τοῦ Θεοῦ


Κάθε φορὰ ποὺ φαντάζομαι τὸν πατέρα μου, τὸν βλέπω μὲ τὸν ζυγὸ γύρω ἀπὸ τὸ λαιμό του, ζευγμένον μὲ τὸ ἐπιτραχήλι. Τὸν βλέπω ζευγμένον, σὰν ἕνα ἄλογο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ποδεμένον μὲ τὶς πεταλωμένες μπότες του, νὰ τρέχει ἀπὸ τὴ μιὰ στὴν ἄλλη ἄκρη τῆς ἐνορίας, τριάντα ὀρεινά χιλιόμετρα, ποὺ ἔπρεπε νὰ διατρέξει δύο φορὲς τὴ μέρα μερικὲς φορές. Γι’ αὐτὸ ἦταν πάντα ἀποκαμωμένος. Ἕτοιμος νὰ σωριαστεῖ ἀπ’ τὴν κούραση. Ὅπως κάθε ζευγμένο πλάσμα. Κι ὅμως δὲ σταματοῦσε ποτέ.